Ο Αρειος Πάγος άναψε το πράσινο φως για παραπομπή σε δίκη των εμπλεκομένων στην πολύκροτη υπόθεση συγκάλυψης εντοπισμού, από αστυνομικό έλεγχο, μικροποσότητας ναρκωτικών κρίνοντας οριστικά και αμετάκλητα ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών διέθετε την «απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία». Με το υπ’ αριθμόν 1129/2026 βούλευμά του, το ανώτατο δικαστήριο της χώρας απέρριψε την αίτηση αναίρεσης που είχε ασκήσει αντεισαγγελέας του Αρειου Πάγου στέλνοντας οριστικά στο εδώλιο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου τον πρώην αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας Μιχαήλ Καραμαλάκη και τον υιό του πρώην υπουργού Προστασίας του Πολίτη Τάκη Θεοδωρικάκου. Μαζί με τον τελευταίο, για την υπόθεση της προμήθειας και κατοχής ναρκωτικών, παραπέμπονται και τρεις φίλοι του.
Για το σημαντικό σκέλος της συγκάλυψης στο εδώλιο θα καθίσουν στελέχη της τότε Αμεσης Δράσης, όπως ο τότε διοικητής Σπυρίδων Δόσχορης, ο υποδιοικητής Διονύσιος Κωστής και ο επόπτης βάρδιας Φώτιος Μπράμης, ο οποίος μεταπήδησε έπειτα στους Αδιάφθορους της ΕΛΑΣ, καθώς και οι τέσσερις αστυνομικοί της επίμαχης ομάδας ΔΙΑΣ.
Η απόφαση αυτή αποτελεί το επιστέγασμα μιας μακράς νομικής μάχης. Χρειάστηκαν 42 μήνες, αλλεπάλληλες ενστάσεις, εφέσεις, υπομνήματα, βουλεύματα, προσφυγές, μια αναίρεση και κυριολεκτικά μια «ντουζίνα» λειτουργών της Θέμιδος για να αποφευχθεί η συγκάλυψη της υπόθεσης. Τελικά, με ένα νομικά εξαιρετικό, αναλυτικότατο βούλευμα 122 σελίδων (896/2026), το οποίο επικυρώθηκε πλήρως από τον Αρειο Πάγο, αποδομούνται όλοι οι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί. Οι σοβαρότατες κατηγορίες αφορούν κατά κύριο λόγο την υπόθαλψη εγκληματία από κοινού και κατά συρροή για τους αστυνομικούς της ομάδας ΔΙΑΣ που απέκρυψαν συνειδητά τα ευρήματα του ελέγχου που διενήργησαν καθώς και την ηθική αυτουργία και παράνομη βία για τα υψηλόβαθμα στελέχη που κατηγορούνται ότι έδωσαν την άνωθεν εντολή της συγκάλυψης κάτω από καθεστώς στυγνών εκβιασμών. Το σκεπτικό των ανώτατων δικαστών αποτελεί καταπέλτη, επιβεβαιώνοντας ότι η παραπομπή στηρίζεται σε στέρεα αποδεικτικά στοιχεία.
Ογδοντάλεπτος έλεγχος και άνωθεν εντολές
Η ανατομία της υπόθεσης αποτυπώνεται καθαρά στη δράση της αστυνομικής ομάδας Δ209-1 τη νύχτα της 21ης Νοεμβρίου 2021. Σύμφωνα με τα επίσημα έγγραφα, η αστυνομική ομάδα ξεκίνησε τον έλεγχο στους τέσσερις νεαρούς στο Μαρούσι ακριβώς στις 20.30. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, στις 20.45, και αφού είχε διαπιστωθεί η ταυτότητα του γιου του υπουργού, καταφτάνει εσπευσμένα στο σημείο ο επόπτης. Το γεγονός που προκαλεί τεράστια εντύπωση είναι ο ασυνήθιστα μεγάλος χρόνος που διήρκεσε αυτός ο υποτιθέμενος «τυπικός» έλεγχος, ο οποίος ολοκληρώθηκε τελικά στις 21.50.
Οπως επισημαίνει ρητά και δηκτικά το αποκαλυπτικό βούλευμα, ο έλεγχος «διήρκεσε, συνεπώς, μία ώρα και είκοσι λεπτά» και η διάρκειά του «ήταν πολλαπλάσια από τη διάρκεια των λοιπών αρνητικών ελέγχων της ίδιας ομάδας κατά την ίδια βάρδια». Το Δικαστικό Συμβούλιο υπογραμμίζει χαρακτηριστικά ότι «η αντιπαραβολή είναι ιδιαιτέρως αποκαλυπτική». Αμέσως μετά τη λήξη αυτού του ελέγχου, η ομάδα ολοκλήρωσε έναν νέο έλεγχο ρουτίνας στην οδό Ανδρέα Παπανδρέου μέσα σε μόλις οκτώ λεπτά. Το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα και εκθέτει τους κατηγορούμενους, καθώς, όπως αναφέρεται, «ο επίμαχος έλεγχος τεσσάρων προσώπων διήρκεσε ογδόντα λεπτά, ενώ μεταγενέστερος έλεγχος έξι προσώπων… ολοκληρώθηκε σε οκτώ».
Το βούλευμα ρίχνει φως στο τι συνέβη πίσω από τις τηλεφωνικές γραμμές σε αυτά τα 80 λεπτά. Οπως αναφέρεται, ο τότε επικεφαλής της Αμεσης Δράσης Σπ. Δόσχορης «υπό την απειλή άμεσης αποστρατείας και σε κατάσταση έντονης ψυχικής πιέσεως… κάμφθηκε». Η εντολή άνωθεν από τον Μιχ. Καραμαλάκη ήταν κυνική: «να μη γίνει προσαγωγή, να μη σχηματιστεί δικογραφία και να καταστραφούν οι ποσότητες». Η δε αρνητική αναζήτηση στο ηλεκτρονικό σύστημα χρησιμοποιήθηκε «όχι ως διαπίστωση ότι δεν υπήρχαν ουσίες, αλλά ως πρόσχημα για να ολοκληρωθεί η αποδέσμευση των ελεγχομένων χωρίς κατάσχεση, σύλληψη και σχηματισμό δικογραφίας».
Η επιχείρηση επισφραγίστηκε με μια μεταμεσονύκτια σύσκεψη στη ΓΑΔΑ, κατά την οποία έγινε η ψηφιακή ανταλλαγή των φωτογραφιών των πειστηρίων που είχαν τραβηχτεί, ενώ αδιάψευστο μάρτυρα αποτελούν τα ιδιωτικά μηνύματα της συζύγου του εμπλεκόμενου αξιωματικού, η οποία έγραφε: «πιάσανε το γιο του Υπουργού με χασίσι», «τον αφήσανε» και «μετά σκάγανε τα τηλέφωνα σαν βεγγαλικά».
Ισχυρό πλέγμα ενδείξεων συγκάλυψης
Στο πλαίσιο αυτό, καταρρέει η υπερασπιστική γραμμή. Η περιβόητη εγγραφή «είχε καλώς» δεν έχει, σύμφωνα με το βούλευμα, καμία αποδεικτική αξία αθωότητας. Απεναντίας, «αποτυπώνει την υπηρεσιακή εκδοχή που καταχωρίστηκε μετά την απόφαση να μη δοθεί συνέχεια» και «δεν αποτελεί ανεξάρτητη πιστοποίηση της ανυπαρξίας ευρημάτων, διότι προέρχεται από το ίδιο πρόσωπο του οποίου η συμμετοχή ελέγχεται».
Ειδικότερα, όσον αφορά τον βασικό ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι τα αντικείμενα ήταν απλός καπνός, το βούλευμα που κατέστη αμετάκλητο έκρινε ότι η διαπίστωση για την ύπαρξη ινδικής κάνναβης «δεν διατυπώνεται ως απλή πιθανολόγηση». Αντιθέτως, στηρίζεται σε ένα ισχυρό πλέγμα ενδείξεων και πιο συγκεκριμένα «στις τρεις φωτογραφίες των αντικειμένων», «στην αυθημερόν ιδιόχειρη σημείωση του δέκατου κατηγορουμένου Δόσχορη Σπυρίδωνος» αλλά και «στα οικογενειακά μηνύματα των αμέσως επόμενων ωρών, στα οποία γίνεται ρητή αναφορά σε χασίς». Επίσης, σύμφωνα με την αμετάκλητη πλέον παραπομπή, «η απουσία εργαστηριακής ταυτοποιήσεως δεν αναιρεί τη διαπίστωση, διότι οφείλεται ακριβώς στην παράλειψη της κατασχέσεως που αποτελεί το αντικείμενο της κατηγορίας».
Με έμφαση, υπογραμμίζεται και από τον Αρειο Πάγο πλέον ότι «δεν είναι λογικώς επιτρεπτό η αποτυχία συλλογής του πρωτογενούς πειστηρίου να μετατρέπεται αυτομάτως σε τεκμήριο ότι πειστήριο δεν υπήρξε». Δικαιολογήθηκε δε απολύτως η όποια αναφερόμενη απόκλιση στο αρχικό βάρος, κρίνοντας ότι αυτή δεν αναιρεί την ύπαρξη της ουσίας, αλλά απλώς δικαιολογεί το να ληφθεί ως ασφαλέστερο το ρητά καταγεγραμμένο βάρος των 8,9 γραμμαρίων.
Επιπλέον, αποδομείται η προσπάθεια της υπεράσπισης να στηριχτεί σε τεχνική έκθεση γεωπόνου που κατατέθηκε. Καθώς «οι γενικές διαδικτυακές εικόνες, οι μη προσκομισθείσες βιβλιογραφικές παραπομπές, οι αναφορές σε άλεση τσαγιού, καφέ ή άλλων φυτικών προϊόντων και η επίκληση απαντήσεως του ChatGPT δεν συνιστούν δόκιμη εγκληματολογική μέθοδο» και «από αυτή την αρνητική διαπίστωση, όμως, δεν έπεται θετικώς ότι το υλικό είναι καπνός».
Εξίσου έωλο κρίθηκε το άλλοθι του πρώην αρχηγού της ΕΛΑΣ, ο οποίος επιχείρησε να δικαιολογήσει τις νυχτερινές τηλεφωνικές επικοινωνίες με τα μέτρα τάξης για ποδοσφαιρικό αγώνα. Οι δικαστές σημειώνουν ότι αυτό «δεν εξηγεί το ειδικό περιεχόμενο της αυθημερόν σημειώσεως, τα οικογενειακά μηνύματα, την αποστολή των επτά φωτογραφιών… ούτε τη σύμπτωση όλων αυτών με τον ασυνήθιστα παρατεταμένο έλεγχο». Η παραδοχή ότι έλαβε τις φωτογραφίες «βεβαιώνει τουλάχιστον ότι ένας φερόμενος ως συνήθης αρνητικός έλεγχος έφθασε αυθημερόν στην κορυφή της Ελληνικής Αστυνομίας». Κενό γράμμα αποδείχτηκε και η προσπάθεια του υποδιοικητή να καλύψει την ιεραρχία, καθώς το βούλευμα σημειώνει πως «δεν εξηγείται για ποιον λόγο, υπό τις συνθήκες αυτές, την επικοινωνία με τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας ανέλαβε ο Υποδιοικητής και όχι ο παριστάμενος Διοικητής».
Απορρίπτεται επίσης ο ισχυρισμός περί εκδικητικού κινήτρου του καταγγέλλοντος Σπ. Δόσχορη. Αν και αναγνωρίζεται ότι η χρονική σύμπτωση της αποκάλυψης με την αποστρατεία «επιβάλλει αυξημένη επιφύλαξη», ξεκαθαρίζεται πως αυτό «δεν μπορεί όμως να εξηγήσει τα δεδομένα που προϋπήρχαν: τα ημερήσια δελτία της 21ης Νοεμβρίου 2021, την άφιξη του επόπτη, την ογδοντάλεπτη διάρκεια, τις επτά φωτογραφίες».
Το «θέατρο» της ΕΔΕ και οι θεσμικές προεκτάσεις
Υπενθυμίζεται ότι στο παραπεμπτικό βούλευμα ασκείται αυστηρή κριτική και στην ένορκη διοικητική εξέταση (ΕΔΕ) που είχε διαταχθεί τότε (από τον τότε αρχηγό Κωνσταντίνο Σκούμα και διεξήχθη από τον Λάζαρο Μαυρόπουλο). Η ΕΔΕ αποδομείται, με τους δικαστές να αναφέρουν ότι η διενέργειά της δεν αναπληρώνει την εσκεμμένη παράλειψη εξέτασης κρίσιμων πηγών. Σύμφωνα με το βούλευμα, παρόλο που η διαδικασία τυπικά ακολουθήθηκε, η σκόπιμη παράλειψη εξέτασης σημαντικών στοιχείων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί.
Οπως σημειώνεται αυστηρά, η αθωωτική εκδοχή απαιτεί «να θεωρηθεί ότι ένας απολύτως αρνητικός έλεγχος, χωρίς οποιοδήποτε παράνομο εύρημα, διήρκεσε ανεξήγητα ογδόντα λεπτά, προκάλεσε μετάβαση επόπτη, λεπτομερή φωτογράφιση…» και άλλα γεγονότα που δεν εξηγούνται πειστικά από τη συγγενική ιδιότητα του τέταρτου κατηγορουμένου και μόνο. Η οριστική απώλεια των πειστηρίων αποτέλεσε «μη αναστρέψιμη» ζημιά που «εξουδετέρωσε ουσιωδώς τη δυνατότητα των αρχών να βεβαιώσουν την πράξη». Με αυτή την εμπεριστατωμένη νομική ανάλυση, το συμβούλιο έχει αποφασίσει την οριστική παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο.
Είναι πολλά τα γαλόνια πρόεδρε…
Η παραπομπή των έντεκα ατόμων σε δίκη στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο είναι μόνο η αρχή μιας ευρύτερης υπόθεσης. Η υπόθεση αυτή βασίζεται στην αρχική καταγγελία του Σπ. Δόσχορη, πρώην επικεφαλής της Αμεσης Δράσης, και αποκαλύπτει βαθύτερα προβλήματα στους θεσμούς, με δύο βασικά στοιχεία.
Πρώτον, διεξάγεται έρευνα για πειθαρχικά και ποινικά αδικήματα ανώτατων στελεχών της αστυνομίας, την οποία ζήτησε ο εισαγγελέας Εφετών Δημήτρης Πιέρρος λόγω πρακτικών συγκάλυψης από στελέχη της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων (Αδιάφθοροι).
Δεύτερον, υπάρχει μηνυτήρια αναφορά από τον πρώην διοικητή των Αδιάφθορων Ηλία Κοσσυβάκη. Η τύχη αυτής της μήνυσης είναι άγνωστη, καθώς φαίνεται να έχει «χαθεί» στη Βουλή. Ο Ηλ. Κοσσυβάκης κατηγορεί τον Τ. Θεοδωρικάκο, τον πρώην αρχηγό της ΕΛΑΣ Λάζ. Μαυρόπουλο, τον υπαρχηγό Παναγιώτη Πούπουζα και τον τότε υπαστυνόμο Φ. Μπράμη για σοβαρά αδικήματα, όπως δωροδοκία, δωροληψία και παράβαση καθήκοντος. Η μήνυση εστιάζει στο πώς οι τότε υπεύθυνοι έκλεισαν την ΕΔΕ για την επίμαχη υπόθεση.
«Η Δικαιοσύνη δεν μονοπωλείται. Η αλήθεια δεν συγκαλύπτεται»
Γιάγκος Λαμπίρης, Δικηγόρος, συνήγορος του Σπυρίδωνος Δόσχορη
Με το υπ’ αριθ. 1129/2026 βούλευμά του, το Ζ΄ Ποινικό Τμήμα του Αρειου Πάγου απέρριψε την ασκηθείσα αναίρεση κατά του υπ’ αριθ. 896/2026 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, επικυρώνοντας την ειδική και εμπεριστατωμένη κρίση του για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο. Τριάμισι και πλέον χρόνια επίμονου αγώνα απέναντι σε διαδοχικές απόπειρες αποσιώπησης κρίσιμων γεγονότων, αποδυνάμωσης αποδεικτικών στοιχείων και αποτροπής της πλήρους δικαστικής διερεύνησης μιας υπόθεσης με ιδιαίτερη θεσμική βαρύτητα. Ο εντολέας μου, υποστράτηγος ΕΛΑΣ ε.α. Σπυρίδων Δόσχορης, αρνήθηκε να συμβιβαστεί με τη σιωπή. Επέμεινε στην αναζήτηση της αλήθειας, ακόμη και όταν η επιμονή αυτή είχε προσωπικό και επαγγελματικό κόστος. Η καταγγελία δεν θάφτηκε. Η δικαστική διερεύνηση δεν ματαιώθηκε. Η παραπεμπτική κρίση άντεξε. Το μήνυμα υπερβαίνει τη συγκεκριμένη υπόθεση: η ιδιότητα, η εξουσία, η επιρροή και οι οικογενειακές διασυνδέσεις δεν συνιστούν ασπίδα απέναντι στον νόμο. Ο αείμνηστος εισαγγελέας του Αρειου Πάγου Ευάγγελος Κρουσταλάκης υπενθύμιζε ότι κανείς δεν δικαιούται να μονοπωλεί τη Δικαιοσύνη και ότι ο αγώνας για την υπεράσπισή της δεν τελειώνει ποτέ. Αυτή την παρακαταθήκη υπηρετήσαμε. Οχι με αξιώσεις προνομιακής μεταχείρισης, αλλά με προσήλωση στη δικαστική διαδικασία, παρά τις απογοητεύσεις και τις αντιξοότητες. Δεν επιδιώξαμε την καταδίκη κανενός χωρίς δίκη. Αγωνιστήκαμε για να μην αποκλειστεί η δίκη. Το τεκμήριο αθωότητας των κατηγορουμένων παραμένει ακέραιο. Η τελική κρίση ανήκει αποκλειστικά στο δικαστήριο. Η σημερινή εξέλιξη δεν είναι το τέλος του αγώνα. Στο ακροατήριο πλέον θα αναμετρηθούν οι ισχυρισμοί με τις αποδείξεις. Χωρίς προνόμια. Χωρίς εξαιρέσεις. Ενώπιον της Δικαιοσύνης.
ΑΝΑΡΤΗΘΗΚΕ 20-10-2026 από directNEWS.gr πηγή: documentonews.gr