Με την πρόταση της Εισαγγελέως επί του αιτήματος που υπέβαλε συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας συνεχίζεται σήμερα στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας η δίκη για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη.
Το αίτημα αφορά την εξέταση του κατασχεθέντος κινητού τηλεφώνου του κατηγορούμενου σταθμάρχη της νυχτερινής βάρδιας και συγκεκριμένα τον έλεγχο των εισερχόμενων και εξερχόμενων κλήσεων, των μηνυμάτων στο κινητό και σε εφαρμογές όπως το viber, τον έλεγχο της κάρτας μνήμης και της κάρτας sim.
Το αίτημα προέκυψε μετά την κατάθεση της κόρης του θανόντος μηχανοδηγού της επιβατικής αμαξοστοιχίας Γεώργιου Κουτσούμπα την περασμένη Δευτέρα. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στα αιτήματά τους προς τον εφέτη ανακριτή Σωτήρη Μπακαϊμη για την κατάσχεση του καταγραφικού του Σιδηροδρομικού Σταθμού Λάρισας και για την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου του κινητού του σταθμάρχη.
Επεσήμανε την έκθεση του τεχνικού τους συμβούλου που συσχετίστηκε τρεις μέρες πριν την έναρξη της δίκης στις 23 Μαρτίου η οποία αναφέρει παρέμβαση στα ηχητικά από το καταγραφικό. Τόνισε επίσης το “εντεκάλεπτο κενό” στις συνομιλίες μεταξύ σταθμαρχών-μηχανοδηγών αφού αναχώρησε η αμαξοστοιχία από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό Λάρισας, στοιχείο που κατά την ίδια αποτελεί έκπληξη καθώς οι επικοινωνίες όλο το προηγούμενο διάστημα ήταν τακτικές.
Οι καταθέσεις των δύο θυγατέρων και της συζύγου του Γεώργιου Κουτσούμπα σήμαναν παράλληλα και την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Την Τρίτη κατέθεσε ο πατέρας της Μάρθης Ψαροπούλου, Αντώνης Ψαρόπουλος ο οποίος έχει και την ιδιότητα του συνηγόρου υποστήριξης της κατηγορίας. Στην κατάθεση του ως μάρτυρας υποστήριξης της κατηγορίας αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στις ενέργειες που κατά τον ίδιο δεν έγιναν κατά το στάδιο της ανάκρισης και ειδικά σε ότι αφορά την διερεύνηση των αιτιών της φωτιάς που ακολούθησε τη σύγκρουση των δύο αμαξοστοιχιών. Τόνισε χαρακτηριστικά πως “η διερεύνηση στο τί τελικά ανεφλέγη ήταν ελλιπέστατη”.
Την Τετάρτη κατέθεσαν οι συγγενείς των δύο μηχανοδηγών της εμπορικής αμαξοστοιχίας, Δημήτριου Μασσαλή και Σπύρου Βούλγαρη. Ειδικά οι γονείς των δύο μηχανοδηγών, αναφέρθηκαν στην ψυχολογική επιβάρυνση που είχε στις οικογένειες τους η δημοσίευση θεωριών και τεχνικών εκθέσεων για την μεταφορά κάποιου “παράνομου φορτίου” στην εμπορική αμαξοστοιχία. Παράλληλα αναφέρθηκαν στα στοιχεία της δικογραφίας όπως την δικαστική πραγματογνωμοσύνη καθηγητή στη Σχολή Μηχ. Μεταλλείων – Μεταλλουργών του Ε.Μ.Π., τα βίντεο της εμπορικής, καταθέσεις και ηχητικά που αποκλείουν, όπως κατέθεσαν, το σενάριο μεταφοράς “παράνομου φορτίου”, ειδικά στην καμπίνα των μηχανοδηγών.
Συνολικά μέχρι στιγμής κατέθεσαν δέκα μάρτυρες και αφού προτείνει η εισαγγελέας για το αίτημα ελέγχου της συσκευής του σταθμάρχη, να τοποθετηθούν επί της εισαγγελικής πρότασης οι συνήγοροι και αποφασίσει το δικαστήριο, η δίκη θα συνεχιστεί με τις επόμενες καταθέσεις συγγενών θυμάτων.
«Είδα το τρένο να μπαίνει σε στεφάνι φωτιάς – Φοβήθηκα ότι θα εκραγεί»
Στην 29η συνεδρίαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, η Αγγελική Γεωργάκη, επιβάτιδα της μοιραίας αμαξοστοιχίας, περιέγραψε όσα έζησε μέσα στο πέμπτο βαγόνι, από τη στιγμή της αναχώρησης από τη Λάρισα μέχρι τη σύγκρουση, τον εκτροχιασμό και τη φωτιά που, όπως κατέθεσε, τύλιγε την αμαξοστοιχία.
Όπως καταγράφει το onlarissa.gr, «ήμουν στη θέση 101 στο πέμπτο βαγόνι. Ήταν στην αριστερή μεριά, στο παράθυρο», είπε αρχικά, αναφερόμενη στη θέση όπου καθόταν εκείνο το βράδυ.
Η μάρτυρας θυμήθηκε τη μεγάλη καθυστέρηση στον σταθμό του Παλαιοφαρσάλου και τη μικρότερη καθυστέρηση στη Λάρισα. Όπως είπε, οι επιβάτες είχαν ενημερωθεί ότι το τρένο θα έφθανε στη Θεσσαλονίκη περίπου στις 12.30 μετά τα μεσάνυχτα. Από τη Λάρισα και μετά, σύμφωνα με την κατάθεσή της, η αμαξοστοιχία συνέχισε χωρίς άλλη στάση. «Η ταχύτητα του τρένου ήταν μεγάλη», ανέφερε.
Λίγο αργότερα ήρθε η στιγμή που έχει μείνει χαραγμένη στη μνήμη της. «Μετά τη Λάρισα ακούγεται ένας εκκωφαντικός ήχος, σαν να έσκασε βόμβα. Έπεσα κάτω και χτύπησα στο γόνατο. Το τρένο είχε γυρίσει προς τη δική μου πλευρά. Κατάλαβα ότι εκτροχιάστηκε». Η Αγγελική Γεωργάκη σηκώθηκε και προσπάθησε να κινηθεί προς τον διάδρομο. Μέσα στη σύγχυση άκουσε μία κοπέλα να φωνάζει «φωτιά, φωτιά». Κοίταξε έξω. «Βλέπω τη φωτιά έξω από το βαγόνι. Πήγαινε προς τα μπροστινά βαγόνια».
Η πρώτη της κίνηση ήταν να τηλεφωνήσει στη μητέρα της και να της πει τι είχε συμβεί, ζητώντας να ειδοποιηθεί η Πυροσβεστική. Μέσα στο βαγόνι επικρατούσε πανικός. «Δεν υπήρχε κανένας να μας πει κάτι», κατέθεσε, περιγράφοντας επιβάτες που προσπαθούσαν μόνοι τους να βρουν τρόπο διαφυγής. Κάποιοι επιχείρησαν να ανοίξουν την πόρτα, ενώ ένας νεαρός επιβάτης έσπασε το παράθυρο.
Η φωτιά είχε ήδη κάνει την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Όταν τελικά άνοιξε η πόρτα, σχηματίστηκε ουρά και οι επιβάτες άρχισαν να βγαίνουν από την πίσω πόρτα, στην αριστερή πλευρά του βαγονιού. Η εικόνα που αντίκρισε έξω ήταν αυτή που, όπως προκύπτει από τα λόγια της, δύσκολα σβήνει. «Προχωρήσαμε κάποια μέτρα προς τη σύριγγα. Έβλεπες την αμαξοστοιχία σαν να μπαίνει σε στεφάνι φωτιάς. Εκείνη τη στιγμή φοβήθηκα ότι θα εκραγεί. Έκανε έναν περίεργο ήχο».
Μαζί με άλλους επιβάτες κινήθηκαν στη συνέχεια προς τον δρόμο. Για να φτάσουν εκεί έπρεπε να περάσουν τις γραμμές, με όσους είχαν καταφέρει να ανέβουν πρώτοι να βοηθούν τους υπόλοιπους. «Είδα το τρένο σε στεφάνι φωτιάς», επανέλαβε.
Η σημερινή συνεδρίαση είναι η 29η από την έναρξη της κύριας δίκης. Μετά τη θερινή διακοπή, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας επανήλθε στις 7 Σεπτεμβρίου και ολοκλήρωσε το στάδιο των ισχυρισμών των κατηγορουμένων. Η διαδικασία έχει πλέον περάσει στην αποδεικτική της φάση και στην εξέταση των μαρτύρων για τις συνθήκες που οδήγησαν στη σύγκρουση των δύο αμαξοστοιχιών. Στο εδώλιο βρίσκονται συνολικά 36 κατηγορούμενοι, στελέχη και εργαζόμενοι του ΟΣΕ, της ΕΡΓΟΣΕ, του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, της Hellenic Train και της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων.
Στο δικαστήριο κατέθεσε σήμερα και η Σόνια Αρνή, εργαζόμενη στη Hellenic Train και αρραβωνιαστικιά του μηχανοδηγού Νίκου Ναλμπάντη, ο οποίος έχασε τη ζωή του στα Τέμπη. Μίλησε για τη σχέση τους, που είχε οδηγηθεί σε αρραβώνα το 2021, αλλά και για την τελευταία επικοινωνία που είχε μαζί του το βράδυ της τραγωδίας. «Μιλήσαμε στις 7 πριν αναχωρήσουν από τη Θεσσαλονίκη. Ενημερώθηκα στις 12.30 το βράδυ από τους συναδέλφους που πήραν τηλέφωνο», κατέθεσε.
Όπως ανέφερε, ο Νίκος Ναλμπάντης είχε ξεκινήσει να εργάζεται τον Οκτώβριο του 2021 και στις συζητήσεις τους αναφερόταν συχνά σε προβλήματα του σιδηροδρόμου. «Μου έλεγε πως υπάρχουν δυσλειτουργίες, έλλειψη φωτοσήμανσης και τηλεδιοίκησης. Μου μιλούσε για ανεπάρκεια συστημάτων».
Η ίδια αναφέρθηκε και στον Γιώργο Κουτσούμπα, λέγοντας ότι ήταν εκπαιδευτής του Νίκου Ναλμπάντη, ενώ σημείωσε πως ο αρραβωνιαστικός της είχε καλές σχέσεις με τους συναδέλφους του. Η τελευταία της αναφορά ήταν προσωπική. «Μου είναι δύσκολο που είμαι εδώ και για όλα αυτά που ζω τριάμισι χρόνια. Θέλαμε να κάνουμε οικογένεια και παιδιά. Θέλω να αποδοθεί δικαιοσύνη».
Οι προηγούμενες συνεδριάσεις του Σεπτεμβρίου σημαδεύτηκαν από τις πρώτες καταθέσεις συγγενών των μηχανοδηγών, ενώ στις 9 Σεπτεμβρίου, κατά την 28η συνεδρίαση, κατέθεσαν οι οικογένειες των μηχανοδηγών της εμπορικής αμαξοστοιχίας Δημήτρη Μασσαλή και Σπύρου Βούλγαρη.
Υπενθυμίζεται πως για το σιδηροδρομικό δυστύχημα, κατηγορούνται συνολικά 36 πρώην και νυν στελέχη οργανισμών του ελληνικού σιδηροδρόμου όπως ΟΣΕ, ΕΡΓΟΣΕ Hellenic Train, ΡΑΣ και υπουργείο Μεταφορών. Οι 33 από τους 36 κατηγορούνται για την επικίνδυνη παρέμβαση στη συγκοινωνία μέσων σταθερής τροχιάς με ενδεχόμενο δόλο, με επικίνδυνες για την ασφάλεια της συγκοινωνίας πράξεις, από τις οποίες μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα και κίνδυνος για ανθρώπους και που είχε ως αποτέλεσμα: α) τον θάνατο μεγάλου αριθμού ανθρώπων, β) τη βαριά σωματική βλάβη περισσότερων ανθρώπων και γ) τη σημαντική βλάβη σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας, τελεσθείσα και κατ’ εξακολούθηση και από κοινού. Η συγκεκριμένη κακουργηματική πράξη επιφέρει ποινή μέχρι ισόβια κάθειρξη.
ΑΝΑΡΤΗΘΗΚΕ 14-9-2026 από directNEWS.gr πηγή:documentonews.gr